ἑπταπλάσιος

ἑπτα-πλάσιος [pron. full] [πλᾰ], α, ον,
A sevenfold,

-πλασίῳ φαυλότερος Pl.Ep.332a

, cf. Iamb.in Nic.p.102 P. Adv.

-ιως LXX Ps.11(12).6

,al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑπταπλάσιος — sevenfold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επταπλάσιος — και εφταπλάσιος, α, ο (AM ἑπταπλάσιος, ία, ον) 1. επτά φορές μεγαλύτερος 2. επτά φορές ισχυρότερος, περισσότερος κ.λπ. 3. κατά πολύ, ασύγκριτα μεγαλύτερος, χειρότερος κ.λπ. («ἑπταπλασίῳ φαυλότερος», Πλάτ.). επίρρ... επταπλασίως και επταπλάσια (AM …   Dictionary of Greek

  • ἑπταπλασίων — ἑπταπλάσιος sevenfold fem gen pl ἑπταπλάσιος sevenfold masc/neut gen pl ἑπταπλασίων masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλασίως — ἑπταπλάσιος sevenfold adverbial ἑπταπλάσιος sevenfold masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλάσιον — ἑπταπλάσιος sevenfold masc acc sg ἑπταπλάσιος sevenfold neut nom/voc/acc sg ἑπταπλασίων masc/fem voc sg ἑπταπλασίων neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλασίου — ἑπταπλάσιος sevenfold masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλασίῳ — ἑπταπλάσιος sevenfold masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλάσια — ἑπταπλάσιος sevenfold neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλασίας — ἑπταπλασίᾱς , ἑπταπλάσιος sevenfold fem acc pl ἑπταπλασίᾱς , ἑπταπλάσιος sevenfold fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -πλάσιος — ΝΜΑ κατάλ. αναλογικών αριθμητικών επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που προέρχεται από β συνθετικό * πλατος + κατάλ. ιος με συριστικοποίηση τού τ (πρβλ. δημόσιος < *δημότιος < δημότης). Ο αμάρτυρος τ. * πλατος ανάγεται στη… …   Dictionary of Greek

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.